Παρασκευή, 10 Σεπτέμβριος 2010

Καλώς ήλθατε στην ιστοσελίδα του Δήμου Φυτειών. Πατήστε εδώ για να γίνετε μέλος και να συμμετέχετε ενεργά στην κοινότητα.(Εγγραφή)

Για να δείτε τα θέματα που απασχολούν τον Δήμο Φυτειών και να συμμετέχετε στις συζητήσεις πατήστε εδώ.(Forum)

Για την καλύτερη προβολή της ιστοσελίδας του Δήμου Φυτειών πιέστε εδώ.

Δήλωση προστασίας δεδομένων

Χαιρετισμός Δημάρχου


  …να κοινωνήσουμε το μίγμα της κοινής μας υπόστασης ως μια Δημοκρατία ανθρώπων που πρόθυμα θα στάξει και σώμα και αίμα σ αυτή την θαυμαστή ζύμωση των ανθρώπων με τον τόπο τους. Περισσότερα...

Forum Δήμου Φυτειών

Ακολουθώντας τις οδηγίες εγγραφής μέλους και κατόπιν επικοινωνίας του Διαχειριστή της ιστοσελίδας ...Περισσότερα
Για να συνεχίσετε στο forum κάντε κλικ εδώ

Αυτοδιοίκηση

Μάθετε τα τελευταία

νέα για την αυτοδιοίκηση

ΚΕΔΚΕ

Υπ. Εσωτερικών

Κοινότητα Παπαδάτου Εκτύπωση

Η Παπαδάτου βρίσκεται 2,5 χμ. βόρεια των Φυτειών, δυτικά της λίμνης Αμβρακίας, χτισμένη σε υψόμετρο 320 μ.

Ο λογοτέχνης Κώστας Χαντζόπουλος στο διήγημά του “Ο Αρχιληστής Λιαροκάππης” γράφει τα εξής “....Η Παπαδάτου είναι όπως όλα τα χωριά του Ξηρομέρου, χτισμένη απάνω σε ψηλές ράχες και σε ξερούς βράχους, με πουρνάρια και στουρνάρια, με κάνα γαύρο κάπου κάπου, με θεόρατα βουνά ολόγυρα, με κάμπους με χίλια χρώματα με λόγγους ατέλειωτους και με λίμνες ζαφειρένιες κάτω από το ριζό της ράχης, με νερό ζεστό, κουβαλημένο στις βαρέλες από μιας ώρας δρόμο και μ' ένα αθάνατο μαΐστρο, σωστό μπουγάζι, που ξεπαγιάζει μια χαρά κάθε ασυνήθιστος πεδινός, μπουγάζι που ξεκινά σα φοβερό φουσάτο απ' τα Τζουμέρκα, κι απ' τα βουνά του Σουλίου.”

Το χωριό Παπαδάτου είναι απόλυτα εξακριβωμένο ότι υπήρχε προ του 1761. Σε ανέκδοτο έγγραφο Φιρμάνι του Τουρά Σουλτάν Χαμίτη που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1765 και απευθύνεται στον Κριτή (Κυβερνήτη) της επαρχίας του Ξηρομέρου υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία για τη φορολογία του γειτονικού χωριού Μαχαλά.

Στο τέλος του εγγράφου αναφέρονται τα σύνορα της Μαχαλάς. Σ' αυτή τη σημείωση αναφέρεται και το χωριό Παπαδάτου.

Το όνομα του χωριού δεν είναι εξακριβωμένο από που προήλθε. Ο δάσκαλος Κυριάκος Κόκκαλης στο άρτιο βιβλίο του “Η ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ” κλίνει πιο πολύ στο συμπέρασμα ότι το όνομα προέρχεται από κάποιον Κεφαλλονίτη ΠΑΠΑΔΑΤΟ που εγκαταστάθηκε στην περιοχή ως γαλατάς – τυροκόμος τον 15ο αιώνα.

Το όνομα Παπαδάτος (Γεώργιος) συναντιέται μέχρι το 1837 σε μια αναφορά – διαταγή του Υπουργείου εσωτερικών. Εν συνεχεία το επώνυμο για αγνώστων λόγους χάθηκε απ' το χωριό.

Ούτε η χρονολογία ίδρυσης του χωριού είναι ακριβής. Σ' ένα προικοσύμφωνο που συντάχθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1551 στην Πόρτα Μπαμπίνης, αναφέρεται ότι ο Μήτσος Κατσουράκης έδωσε την κόρη του Δήμητρα για γυναίκα στο Βασίλη Σταμουλάκη. Η οικογένεια Σταμουλάκη σύμφωνα με την τοπική παράδοση είναι μια. από τις πιο παλιές οικογένειες του χωριού.

Ο Γάλλος περιηγητής Φραγκίσκος Πουκεβίλ σ' ένα απ' τα βιβλία του με τίτλο:

“Ταξίδι στην Ελλάδα – Στερεά, Αττική Κόρινθος” που εκδόθηκε το 1820 αναφέρει:

“ Στο χωριό Παπαδάτου όπου τα νερά της βροχής σχηματίζουν ένα είδος πρόσκαιρης λίμνης (Πλοκοτίτσα;) και ακόμη: “ ........Η Παπαδάτου προεπαναστατικά αριθμούσε 20 οικογένειες.....”.

Ο Άγγλος περιηγητής, τοπογράφος και νομισματολόγος Γουλιέλμος Μαρτίν Ληκ πέρασε απ' το χωριό μας στις 18 Μαρτίου 1809 αναφέρει: “........στις 4.45' διαβήκαμε την Παπαδάτου που κείται στη χαίτη της βουνοκορφής....”

Σε μια έκδοση της Ιεράς Μονής Προυσού Ευρυτανίας με τίτλο “Ιερή διήγηση της Θαυματουργής εικόνας της Παναγιάς της Προυσιώτισσας” Αθήνα 1985 σελ 38 αναφέρονται τα εξής: “.....κάποιος άλλος Χριστιανός, Γεώργιος, από το χωριό Παπαδάτου Ξηρομέρου ήταν παράλυτος στα χέρια και στα πόδια. Το 1807 τον έφεραν στο Μοναστήρι της Παναγιάς και πρόσπεσε στην Αγία Εικόνα με όλη του την καρδιά. Έγινε καλά και γύρισε στο σπίτι του....”

Στις παραμονές της Επανάστασης του 1821 η Παπαδάτου κατάντησε να είναι ένα μικρό κι άσημο χωριό του Ξηρομέρου. Οι συχνές εμπόλεμες καταστάσεις (επιδρομείς, κατακτήσεις, καταστροφές, διώξεις, ερημώσεις κ.α) το κράτησε μακριά από την ανάπτυξη και την πρόοδο κι έμεινε στάσιμο γι' αρκετά χρόνια (μέχρι το 1830).

Μετά την απελευθέρωση του χωριού από τους Τούρκους (1η Φεβρουαρίου 1828) άρχισε η δημιουργία, η εξέλιξη, η πρόοδος. Ο πληθυσμός τους χωριού άρχισε να αυξάνει μετά το 1837 με την μόνιμη εγκατάσταση οικογενειών από τους γύρω οικισμούς Αννίνου, Γαρδί που διαλύθηκαν αλλά και οικογενειών από άλλα χωριά του Ξηρομέρου, του Βάλτου, της Ηπείρου, της Ευρυτανίας.

Απλώθηκε σιγά – σιγά σ' όλο το χώρο του Βραχώδους υψώματος και πύκνωσε παίρνοντας τη σημερινή του μορφή. Το χωριό χωρίζεται στο Κάτω (τα Κατ') και το Επάνω (τ' Απάν)

Στο μεγάλο ξεσηκωμό του Γένους το 1821, οι Παπαδατιώτες έτρεχαν πρόθυμα να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Οι γραπτές μαρτυρίες και η τοπική Προφορική Παράδοση φανερώνουν ότι οι Παπαδατιώτες αγωνιστές – πρόγονοί μας έδειξαν πάντα προθυμία σε όλα τα προσκλητήρια της Πατρίδας μας. Καίτοι όμως ήταν πολλοί οι μαχητές του 1821 ελάχιστα ονόματα μας διασώθηκαν μέχρι σήμερα.

Από το Αρχείο του Μαυροκορδάτου (1822) φαίνεται καθαρά ότι έστελνε επιστολές στους οπλαρχηγούς να παρακινήσουν τους κατοίκους για να επαναστατήσουν. Ο οπλαρχηγός Γ. Βαρνακιώτης απαντά με βεβαιότητα: “.....Από Παπαδάτου θέλουν έβγει όλοι.....”

Από ένα έγγραφο -Πιστοποιητικό που βρίσκεται στο Οικογενειακό Αρχείο του αείμνηστου Δασκάλου Κυριάκου Κόκκαλη αναφέρεται ο πρόγονός μας Αντώνης Χρ. Παπαμήτσος, ο οποίος αγωνίστηκε γενναιότατα σε σημαντικές μάχες απ' το 1825 μέχρι το 1829. Η Παπαδάτου ελευθερώθηκε οριστικά από τους Τούρκους την 1 Φεβρουαρίου 1828. Γενικός αρχηγός του Ελληνικού αυτού Τμήματος που ελευθέρωσε την Παπαδάτου ήταν ο Κώστας Μπότσαρης. Η μάχη δόθηκε στην τοποθεσία που είναι σήμερα το Νεκροταφείο του χωριού και η Εκκλησία “Παναγιά η Μαυρομμάτα”.

Απ' το Μαρμαρινό μνημείο Πεσόντων που βρίσκεται στην όμορφη Πλατεία του χωριού συμπεραίνουμε ότι οι Παπαδατιώτες ήταν παρόντες σε όλους τους αγώνες του Έθνους.

Φιλοπρόοδοι και εργατικοί οι Παπαδαταίοι αξιοποιώντας και τις παραλίμνιες εκτάσεις της Αμβρακίας (Ρίβιο – Άγιος Στέφανος) εργάστηκαν στο Γεωργικό και Κτηνοτροφικό τομέα και πρόκοψαν σε οικογενειακό και κοινοτικό επίπεδο.

Αν και στην ιστοσελίδα www.xiromero.gr αναφέρονται πληθυσμιακά στοιχεία πριν το 1914 στην παρούσα σύνοψη θα υιοθετήσουμε τα συμπεράσματα του αείμνηστου Κυριάκου Κόκκαλη όπου αναφέρει ότι.........

Επίσημα στοιχεία για την πληθυσμιακή εξέλιξη του χωριού υπάρχουν απ' το 1914 και μετά.

Έτος
ΚοινότηταΚάτοικοι
10/8/1914Παπαδάτου896
1920Παπαδάτου & Ρίβιο959
1928Παπαδάτου & Ρίβιο1086
1940Παπαδάτου1114
1951Παπαδάτου1279
1961Παπαδάτου1226
1971Παπαδάτου1113
1981Παπαδάτου901
1991Παπαδάτου733
2001Παπαδάτου531

Όπως βλέπουμε η εσωτερική ιδιαίτερα μετανάστευση και η αστυφιλία απομίζωσαν πληθυσμιακά το χωριό. Πολλοί όμως συμπατριώτες μας το επιλέγουν σαν τόπο παραθερισμού κι έτσι πυκνώνουν οι ανακαινίσεις των πατρικών σπιτιών καθώς και η προσπάθεια όλων να κρατηθεί ζωντανό.

Το πανηγύρι του χωριού γιορτάζεται στις 20 Μαΐου (Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Νικολάου από τα Μύρα της Λυκίας στο Μπάρι της Ιταλίας το 1087 μ.Χ

 

 

Ο Ενοριακός Ναός Παπαδάτου

(Άγιος Νικόλαος)

Είναι χτισμένος δίπλα απ' την Πλατεία του χωριού όπου παλαιότερα υπήρχαν άλλοι δύο ναοί που κατεδαφίστηκαν ο ένας το 1890 και ο άλλος το 1968. Στον ίδιο χώρο ήταν και το νεκροταφείο του χωριού το οποίο διατηρήθηκε σε χρήση μέχρι το 1909, μέχρι που μεταφέρθηκε στο χώρο που βρίσκεται σήμερα (Παναγιά Μαυρομμάτα).

Για την πρώτη εκκλησία γνωρίζουμε μόνο από την Παράδοση ότι ήταν πολύ μικρή και ότι στον ίδιο χώρο χτίστηκε το 1891 μια μεγαλύτερη εκκλησία, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το 1968. Η εκκλησία αυτή έπαθε σοβαρές ζημιές από το Σεισμό της 29 Οκτωβρίου 1966, κρίθηκε ακατάλληλη και κατεδαφίστηκε.

Στα έτη 1969 – 1975 στην ίδια ακριβώς θέση χτίστηκε η σημερινή ωραιότατη εκκλησία του χωριού μας. Είναι λιθόχτιστη, βασιλικού ρυθμού.

Στο διάστημα της ανέγερσης της νέας Εκκλησίας οι κάτοικοι έστησαν το 1967 προσωρινή ξύλινη εκκλησία, στο χώρο μεταξύ Δημοτικού Σχολείου και Αγίου Νικολάου και εκεί συγκεντρώνονταν για την άσκηση των καθηκόντων της μέχρι το 1975.

Τα εγκαίνια του σημερινού Ναού έγιναν στις 20 Μαΐου 1975 από τον τότε Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας Θεόκλητο.

Εορτάζει στις 20 Μαΐου (Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Νικολάου από τα Μύρα της Λυκίας στο Μπάρι της Ιταλίας το 1087), την ημέρα αυτή καθιερώθηκε από πολύ παλιά να γίνεται και το πανηγύρι του χωριού.

 

 

Παπαδαταίικες αναμνήσεις. Παπαδαταίικα βιώματα......

(Στείλε μας τη δική σου θύμηση για να γίνει κτήμα όλων των Παπαδαταίων.....)

Βίωμα

Μια ιδιορρυθμία και μοναδικότητα για τα χωριά του Ξηρομέρου χαρακτήριζε τους Παπαδατιώτες. Χωρίς να είναι νομάδες, ούτε βλάχοι, υποχρεώνονταν κάθε χρόνο σε μια ομαδική μετακίνηση προς τα καπνοχώραφα στην περιοχή της Βελαώρας, δίπλα στη λίμνη Αμβρακία εκεί που σήμερα είναι οι οικισμοί Ρίβιος-Άγιος Στέφανος.

Στην αρχή ήταν τα τετράποδα άλογα και γαϊδουράκια, υπερφορτωμένα μπρος πίσω, με τα εντελώς απαραίτητα για ύπνο και σίτιση. Συνήθως εκεί μετά το Πάσχα άρχιζε η μετακίνηση των κατοίκων της Παπαδάτου για “τα θερινά ανάκτορα”. Η έξοδος κορυφωνότας με το κλείσιμο των σχολείων. Εσείς που θα πάτε διακοπές φέτος; Ο απόλυτος προορισμός! Τα καπνοχώραφα γύρω από τη λίμνη. Εξοπλισμός κατασκήνωσης τα υπόλοιπα τα πρόσφερε η κοινοκτημοσύνη της φύσης. Κάποιο δέντρο στο χωράφι και γύρω καμιά πρόχειρη κατασκευή. Έτσι κι αλλιώς προσωρινή είναι η εγκατάσταση. Σαν τον αρχαίο μύθο έξι μήνες στον απάνω κόσμο και έξι μήνες κάτω. Κάθε χρόνο η ίδια εναλλαγή τόπου και δραστηριοτήτων. Κάθε καλοκαίρι το μάζεμα του καπνού. Η μονοτονία έσπαγε από κάνα έκτακτο καιρικό φαινόμενο, καταιγίδα, χαλαζόπτωση ή καύσωνα. Καθώς και από τις καλοκαιρινές γιορτές (τ' Αϊ Λιός, της Αγίας Παρασκευής), οπότε δινόταν η ευκαιρία για λίγη ανάπαυλα.

Εκεί απ' το Δεκαπενταύγουστο κι έπειτα άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση. Της Παναγιάς όλοι ανηφορίζουν για το χωριό να γιορτάσουν. Στη συνέχεια οι συναντήσεις των χωριανών στο δρόμο για το χωριό όλο και πιο συχνές. Οι κουβέντες, οι διάλογοι απλοί, τυπικοί και συνάμα ουσιαστικοί. Μαζί με τους χαιρετισμούς, τις μέχρι αδιακρισίας πολλές φορές ερωτήσεις για τον ακριβή αριθμό των κιλών του καπνού, τις ευχές για καλά διάφορα προηγούνταν ή έπονταν η καταλυτική ερώτηση: “Σκώθκατ' απ' κάτ;;;;;” “Σκώθκατ' απ' κάτ!!!!!” το ναι ή το όχι σηματοδοτούσε το τέλος της σοδειάς, το τέλος του καλοκαιριού και την αρχή μιας πιο συμμαζεμένης, πιο οργανωμένης καθημερινότητας, στο χωριό, στη γειτονιά, στο σπίτι, στα καφενεία, στο σχολείο στην εκκλησία. Οι ξωμάχοι ξαναγίνονταν κοινότητα. Οι άνθρωποι και η ζωή τους ξανάβρισκαν τους ρυθμούς τους χωρίς την εξοντωτική έγνοια-φροντίδα της καπνοκαλλιέργειας, μακριά απ' το πέλαγο το Παπαδαταίικο. Σήμερα όλα άλλαξαν μόνο το πέλαγο παραμένει εκεί το ίδιο, το χωριό άδειασε, τα καπνά καταργούνται. Ποιόν και πού να συναντήσεις; Ποιόν να ρωτήσεις; “Σκώθκατ' απ' κάτ;;;”

Αγγελική Φούντα

β) Αναμνήσεις

Φώτιος Μπάκας: Από την εφημερίδα “Παπαδατιώτικα Νέα”, αριθ. Φύλλου 6, Οκτ. 1980

 

Η Πλοκοτίτσα

Όλοι ζήσαμε στο χωριό. Από την εποχή που δεν υπάρχει το τρεχούμενο νερό στο χωριό, έχουμε πολλά να θυμούμαστε από την Πλοκοτίτσα. Και για όσους δεν την ξέρουν είναι μια μικρή λιμνούλα στην αριστερή πλευρά του δρόμου Παπαδάτου-Κατούνας, όπως βγαίνουμε από το χωριό.

Η λιμνούλα αυτή είχε νερό χειμώνα καλοκαίρι και επί πλέον ανανέωνε το νερό της, πιθανόν, από υπόγεια πηγή.

Εκεί κατέφθαναν το μεσημέρι τα κοπάδια, τα γιδοπρόβατα, για να ποτιστούν κι εκεί πάλι οι τσοπαναραίοι θα άλλαζαν μεταξύ τους δύο κουβέντες και θα ρωτούσε ο ένας τον άλλον, μήπως ξέκοψε κανένα δικό του στο κοπάδι του, ρίχνοντας συνάμα κλεφτές λοξές ματιές στις κοπελιές που έπλεναν τα ρούχα.

Εκεί, από το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα, στο μισό γύρω της λιμνούλας ήταν φωτιές αναμμένες και πάνω στις φωτιές τα καζάνια έβραζαν για να πλύνουν οι μανάδες μας και οι αδελφές μας τα ρούχα ανεβοκατεβαίνοντας το δρόμο από το χωριό στη λιμνούλα.

Δίπλα από τα καζάνια, που έβραζαν την αλυσίβα με τη μοσκομυρωδάτη δάφνη, στήνονταν τα κοφίνια για να μπει το σταχτοπάνι και οι κοπελιές πηγαινοέρχονταν η μία στο κοφίνι της άλλης για να βοηθήσει να τελειώσουν και να φύγουν μαζί ή να κρυφοκουβεντιάσουν για καϋμούς που έκαιγαν και δεν μπορούσαν να εκδηλωθούν.

Το πλύσιμο ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία. Το σταχτοπάνι ήταν από πανί με λινάρι πυκνοϋφασμένο. Στα καζάνια βράζονταν το νερό και ρίχνονταν μέσα δάφνη και λίγη στάχτη για να γίνει η αλυσίβα. Το κοφίνι, από καλάμια, στήνονταν παράπλευρα από το καζάνι. Τα ρούχα πλένονταν και σαπουνίζονταν πρώτα και μετά έμπαιναν, μονάχα τα ασπρόρουχα, μέσα στο κοφίνι σε σειρά και από πάνω το σταχτοπάνι, στο οποίο έκαναν μια λακούβα για να κρατά το νερό και τη στάχτη που έρριχναν.

Η βραστή αλυσίβα από το καζάνι τα περιέλουζε, γι' αρκετή ώρα, περνώντας από το σταχτοπάνι. Για ένα μεγάλο κοφίνι χρειάζονταν αρκετό βρασμένο νερό. Το νερό που έπεφτε κάτω από το κοφίνι το χρησιμοποιούσαν για το πλύσιμο των άλλων ρούχων που δεν ήθελαν κοφίνισμα. Όταν τέλειωνε η διαδικασία του κοφινιού, έβγαζαν τα ρούχα, τα έπλεναν πάλι (ξέβγαλμα) και μετά τα άπλωναν για να στεγνώσουν.

Τα ρούχα, που έμπαιναν κάτω από το σταχτοπάνι, γίνονταν κάτασπρα και μοσχομύριζαν από την αλυσίβα, αλλά για φαντασθείτε τον κόπο και την κούραση όλων αυτών που ασχολούνταν μ' αυτήν την ιεροτελεστία! Μια ολόκληρη μέρα κρατούσε το πλύσιμο και ιδιαίτερα όταν πλένονταν προίκες, χρειάζονταν και περισσότερος χρόνος και πολύ προσωπικό για να βοηθήσει.

Στη λιμνούλα αυτή τρώγαμε το μεσημέρι το ψωμοτύρι, περιμένοντας να τελειώσει η μάνα μας το πλύσιμο, και μας έψηνε ο ήλιος, γιατί κανένας δεν είχε προβλέψει ποτέ να φυτέψει μερικά δέντρα για να “σταλίζουμε” τον ίσκιο τους.

Τέλος, κατά το απόγευμα, που τελείωνε το πλύσιμο, μια στρατιά γυναικόπαιδα, με φορτωμένα τα ζώα με ρούχα, ανέβαινε για το χωριό κουρασμένη, αποκαμωμένη, αλλά ευτυχισμένη που τελείωσε επιτέλους η μέρα.

Παράλληλα άλλοι κατέβαιναν προς τη λιμνούλα φέρνοντας ξύλα για να πιάσουν φωτογωνιές για να πλύνουν την άλλη μέρα.

Σήμερα η λιμνούλα αυτή έχασε τις παλιές της πιένες (συρροή θεατών) και κράτησε για πάντα τα μυστικά και τα κουτσομπολιά τόσων κοπελιών που λούστηκαν στα νερά της....

Ο πολιτισμός μας έφερε το νερό, αλλά και τη μοναξιά μέσα στο σπίτι μας.

Τώρα η λιμνούλα, λες και στενοχωρήθηκε που έχασε την όμορφη πελατεία της, και στερεύει τελείως το καλοκαίρι, αλλά δεν πρέπει να την αφήσουμε, να τη χάσουμε, γιατί είναι δεμένη μαζί μας και με τις αναμνήσεις μας.

γ) Ζωή που αργοσβήνει

(Ευστάθιος Διον. Παπαμήτσος: Από την εφημερίδα “Παπαδατιώτικα Νέα”, αριθ. Φύλλου 8, Δεκ. 1980.)

Κάθε φορά που πάω στο χωριό μου φαίνεται σα να γέρασα πιο πολύ. Πρόσωπα ηλιοκαμένα και σκαμμένα από ρυτίδες βαθειές. Μάτια χωμένα στις κόγχες τους. Βήμα αργό και βαρύ, χαμόγελο, που έγινε γκριμάτσα! Η σκληρή κι απάνθρωπη δουλειά στα καπνά άφησε έντονα χαραγμένα τα σημάδια της.

Σε κάθε μου βήμα και μια κουνούργια γωνιά ερημιάς. Ένα σπίτι παραπάνω ερημωμένο απ' το φευγιό, ένα άλλο σημαδεμένο από το θάνατο.

Ένα παράξενο αίσθημα μοναξιάς σε τυλίγει σαν περπατάς τα έρημα σοκάκια του. Έχεις την εντύπωση πως το τόπος αυτός είναι καταδικασμένος να πεθάνει.

Κι όμως κάποτε, πούμασταν εμείς παιδιά, σε κάθε δρομάκι του βασίλευε η ζωή. Τα ξαναμμένα απ' το παιγνίδι και υγεία πρόσωπά μας, σημάδευαν τη ζωντάνια του.

Τώρα σιωπή. Σβήνει μέρα με τη μέρα μέσα στην πλήξη της ερημιάς του!

Πολλές φορές, όταν πάω στο χωριό, μου αρέσει να πηγαίνω έξω στα χωράφια μας και ν' αγναντεύω ρουφώντας την ηρεμία της φύσης και τ' οξυγόνο της. Κάθε φορά αισθάνομαι άσχημα σα βλέπω τ' αγκάθια και τα βάτα να σκεπάζουν τα άλλοτε γόνιμα μέρη. Μου φαίνονται σαν ξένα. Είναι σα να χάνω ένα κομμάτι απ' τη ζωή μου. Πιάνω το χώμα και νιώθω μέσα του τον ιδρώτα των γονιών μου και των παππούδων μου. Και θυμάμαι, θυμάμαι πολύ, θα' λεγες πως οι αναμνήσεις ξεπηδούν αφηνιασμένες απ' το μυαλό μου η μία πάνω στην άλλη και χάνομαι μέσα τους....

Ανασηκώνομαι. Κουράστηκα, λέω μέσα μου και γελάω σ' αυτή μου τη σκέψη, σα θυμάμαι τα παιδιά μου χρόνια. Τότε, που μοχθούσα μέσα στο χώμα όλη μέρα, με τον ήλιο μόνιμο τύραννο και συνοδό πάνω απ' το κεφάλι μου. Τότε, που άφηνα τη δουλειά απ' τα χέρια μου και με μιας τα ξέχναγα όλα κι ήταν σα να μη δούλεψα καθόλου!

Άλλες εποχές, άλλα χρόνια, τυραννικά και σκληρά. Τα χρόνια, που δυστυχώς γεύεται ακόμα και σήμερα, με την ίδια πάντα ένταση ο “συνταξιούχος” πατέρας μου, ο κάθε συνταξιούχος πατέρας του χωριού μου!

Και το χωριό περιμένει με την τεράστια εκκλησία του άδεια. Περιμένει να ξαναγεννηθεί τα Χριστούγεννα και ν' αναστηθεί το Πάσχα μαζί μας. Είναι η μόνη του παρηγοριά. Γιατί τότε νιώθει να κυλάει το αίμα της ζωής μέσα του, όπως τις παλιές εκείνες μέρες. Γιατί τότε σμίγουν τα ροζιασμένα γέρικα χέρια, με τα λευκά κι ευαίσθητα χέρια του γιου.

Σμίγει το σήμερα με το χτες και ξαναζεί!

 

Ο βράχος

(Ευστάθιος Διον. Παπαμήτσος: Από την εφημερίδα “Παπαδατιώτικα Νέα”, αριθ. Φύλλου 1, Μάιος 1980)

Σ' αυτόν τον αφιλόξενο, τον γιγαντένιο βράχο

ξύπνησα κάποιο πρωινό κι αντίκρισα τον ήλιο.

Ξυπόλητος τον διάβηκα μου μάτωσε τα πόδια

κάθε σχισμή του γνώρισα σε κάθε τρύπα πήγα.

Κλέφτες, ομάδες και κρυφτό έπαιξα στη ραχιά του

γέλασα και κυλίστηκα στη ραχοκοκκαλιά του.

Τη μάνα μου αναγέλασα και γεύτηκα το ξύλο

μαδήθηκα και φίλιωσα μ' αδέλφια και με φίλους.

Το ψωμοτύρι έφαγα τρέχοντας και πηδώντας

και κόλλησα τα χείλια μου στου πλάτανου τη βρύση.

Εκεί άνοιξα το στόμα μου στου δάσκαλου τα χείλια

και ρούφηξα τα λόγια του κι έμαθα να διαβάζω

Σήμερα πιά μεγάλωσα και φόρεσα γραβάτα

έφυγα μίλια μακριά κι ο βράχος έχει βάτα.

Όμως πλανιέται και λωλά η σκέψη μου στο βράχο

και νοσταλγώ λίγες στιγμές τη συντροφιά του να' χω,

ν' αγκαλιαστώ και να χαρώ μ' αδέλφια και γειτόνους

τα καλντερίμια να διαβώ και να γελάσω μ' όλους.

Το ιερό αυτό χωριό, το γιγαντένιο βράχο,

τον τόπο που γεννήθηκα μεσ' την καρδιά μου θα 'χω!